- πιθηκόμορφος
- -η, -οαυτός που έχει μορφή, όψη πιθήκου.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
πιθηκόμορφος — ape shaped masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιθηκόμορφος — η, ο / πιθηκόμορφος, ον, ΝΜΑ αυτός που έχει μορφή πιθήκου. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίθηκος + μορφος (< μορφή), πρβλ. τραγό μορφος] … Dictionary of Greek
πιθηκόμορφον — πιθηκόμορφος ape shaped masc/fem acc sg πιθηκόμορφος ape shaped neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιθηκομόρφους — πιθηκόμορφος ape shaped masc/fem acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιθηκομόρφῳ — πιθηκόμορφος ape shaped masc/fem/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πιθηκόμορφοι — πιθηκόμορφος ape shaped masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μαϊμουδίστικος — η, ο [μαϊμουδίζω] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε μαϊμού ή αυτός που μοιάζει με μαϊμού, πιθηκοειδής, πιθηκόμορφος («μαϊμουδίστικα καμώματα» … Dictionary of Greek
μορφή — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 860 μ., 97 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου, του νομού Κοζάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τσοτιλίου. * * * η (ΑΜ μορφή, Α δωρ. τ. μορφά) 1. το πρόσωπο τού ανθρώπου, θωριά, παρουσιαστικό (α. «όποια η μορφή τέτοια και η… … Dictionary of Greek
πίθηκος — ο, ΝΜΑ, και πίθηκας Ν, δωρ. τ. πίθακος Α γενική, σήμερα, ονομασία τών ανώτερων θηλαστικών, που, σύμφωνα με την σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, μαζί με τους προπιθήκους και τον άνθρωπο αποτελούν την τάξη τών πρωτευόντων, και ζουν στην Ασία, στην … Dictionary of Greek